Έβούλευον δε οί Παρθενίαι έν τῷ Άμυκλαίῳ, συντελουμενου τοῦ άγώνος, ήνίκα τήν κυνήν ένεδυε ό Φάλανθος, ποιείσθαι τήν έπίθεσιν* γνώριμοι δ’ ἦσαν από τῆς κόμης οί τοῦ δήμου. Τινές δε έξήγγελλον δε λάθρᾳ τάς συνθήκας τῶν περί Φάλανθον καί, τού άγώνος γιγνομένου, προήρχετο ό κήρυξ και έλεγε μη ένδύεσθαι κυνήν Φάλανθον. Μετά ταύτα, τών έπιβουλευτών, οί μέν διεδίδρασκον, οί δε ίκέτευον. Οί Λακεδαιμόνιοι έλάμβανον καί έφύλαττον τούς έπιβουλεύτας, τόν δε Φάλανθον έπεμπον έροτώντα περί άποικίας εις ίερόν τοῦ θεοῦ• ὂς ἒλεγε• «Σατύριον καί Τάραντα πίονα δήμον Φαλάντῳ ένδίδωμι ΐνα αύτοθί οίκῇ, καί πῆμα Ίαπύγεσι γίγνηται». Ἦκον οὗν συν Φαλάνθῳ οί Παρθενίαι, και έδέχοντο εκείνους οί βάρβαροι καί Κρῆτες προκατέχοντες τόν τόπον.